Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2007

ΟΥΔΕΙΣ ΕΚΩΝ ΚΑΚΟΣ

ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑ Ή ΠΕΡΙ ΔΙΚΑΙΟΥ
Ο Πλάτων ορίζει τέσσερις τις αρετές της πόλης του. Συγκεκριμένα αναφέρει ως τέτοιες τη σοφία, την ανδρεία, τη σωφροσύνη και τη δικαιοσύνη.
Βέβαια, για να χαρακτηριστεί ένας κοινωνικός σχηματισμός αυτού ή του άλλου είδους, εναπόκειται στην αντίστοιχη ποιότητα των πολιτών της. Για παράδειγμα, είναι οι φιλομαθείς πολίτες που δίνουν έναν αντίστοιχο χαρακτηρισμό και στο σύνολο.
Συγκεκριμένα λοιπόν, για να είναι σοφή μια πόλη, οφείλει να κρίνει σωστά («εύβουλος»). Μόνο που, για να μπορεί να κρίνει σωστά οφείλει να βασίζεται σε μια βαθιά γνώση των πραγμάτων και αυτή η γνώση σίγουρα δεν μπορεί να είναι μια οποιαδήποτε. Για παράδειγμα, ξεκάθαρα δεν πρόκειται για τη γνώση των ξυλουργών ή των χαλκουργών ή των γεωργών αλλά για μια «επιστήμη» βάσει της οποίας λαμβάνονται αποφάσεις για χάρη όλης της πόλης. Δηλαδή, περισσότερο κάποια μέθοδος, («όντινα τρόπον»), που εφαρμοζόμενη θα επιτρέπει την άριστη συσχέτιση αφενός με τον εαυτό της και αφετέρου με τις άλλες πόλεις. Την τέχνη αυτή ο Πλάτων την ονομάζει «φυλακική», καθώς θα ανήκει στους «τέλειους» φύλακες του άστεως, τους άρχοντές του. Και είναι επόμενο ότι δεν μπορούν όλοι να κατέχουν και να εφαρμόζουν, κατά Πλάτωνα, μια τέτοιου είδους τεχνική – γνώση αλλά οι ελάχιστοι, οι εκλεκτοί. Με αποτέλεσμα μια πόλη να ονομάζεται σοφή όχι γιατί με αυτήν την αρετή είναι προικισμένοι οι πάντες αλλά γιατί ενυπάρχει στο ελάχιστο κομμάτι του πληθυσμού της.
Η επόμενη αρετή της πόλης του, λέγει ο Πλάτων, είναι η ανδρεία. Και πάλι προκειμένου να την ανιχνεύσει κανείς αυτήν δεν πρέπει να κοιτάξει αλλού παρά στο μέρος αυτό του πληθυσμού της που πολεμάει και θυσιάζεται γι’ αυτήν. Επομένως, ανδρεία μια πόλη δε χαρακτηρίζεται, γιατί το μεγάλο μέρος των πολιτών είναι ανδρείοι, αλλά γιατί μόνο ένα κομμάτι αυτής είναι τέτοιου είδους. Και μάλιστα, αυτό το κομμάτι οφείλει να είναι εφοδιασμένο με την απόλυτη σταθερότητα της αντίληψης, όχι απαραίτητα και της γνώσης – αυτήν την έχουν οι τέλειοι φύλακες - , του τι πρέπει να προκαλεί φόβο. Και φυσικά αυτήν την παγίωση μιας τέτοιας πίστης είναι η παιδεία και ο νόμος που την εμπνέουν και τη συγκρατούν με τέτοιο τρόπο, που να παραμένει μια τέτοια «δόξα» αλώβητη από τις λύπες ή τις χαρές ή τις επιθυμίες ή τους φόβους. Άλλωστε, για να κάνεις καλή, λαμπερή και ανεξίτηλη βαφή στο μαλλί πρέπει και το κατάλληλο χρώμα να διαλέξεις και το ίδιο το μαλλί να επεξεργαστείς, ώστε τελικά να «πιάσει» και να μην είναι το βάψιμο για γέλια. Κατά τον ίδιο τρόπο η επιλογή των στρατιωτών και η «εμβάπτισή» τους στην παιδεία και τους νόμους αποσκοπεί να τους κάνει να διακρίνουν τα άξια φόβου από τα ανάξια με τέτοιον τρόπο, που και...ποτάσα να πέσει να μη «ξεβάψει» αυτό το κριτήριο. Καταλήγοντας, ο Πλάτων κάνει σαφή διάκριση του θράσους από το θάρρος, όπου το πρώτο είναι φανερά αποτέλεσμα αμάθειας και δουλοφροσύνης ενώ το δεύτερο απόρροια παιδείας.
Όσον αφορά την σωφροσύνη, την οποία μάλιστα θεωρεί ότι πρέπει να τη θεωρήσει πιο μπροστά από τη δικαιοσύνη, ο φιλόσοφος την ορίζει ως ένα κάποιο είδος τάξης των πραγμάτων και εγκράτεια των παθών. Την αρετή αυτήν δεν την περιορίζει, σε αντίθεση με τις άλλες δύο, σε ένα μέρος μόνο του πληθυσμού αλλά στο σύνολό της. Και να πώς∙ θέτει το πρόβλημα της ανωτερότητας τόσο σε επίπεδο ατόμου, όσο και σε επίπεδο πόλης. Δηλαδή, όταν ένα άτομο κυριαρχείται από τα πάθη του τότε θεωρείται κατώτερο του εαυτού του. Αντίθετα, όταν κυριαρχεί αυτών, τότε θεωρείται ανώτερο. Άρα και όταν το καλύτερο κομμάτι της πόλης διαφεντεύει το χειρότερο, τότε αυτήν την πόλη μπορείς να τη χαρακτηρίσεις ότι είναι ανώτερη του εαυτού της. Ακόμη περισσότερο αυτήν την παραδοχή, ότι πρέπει να κυβερνά το καλύτερο κομμάτι της πόλης, οφείλουν να την ασπάζονται και οι άρχοντες και οι αρχόμενοι. Όσοι αρκούνται στο λιτό και απλό τρόπο ζωής, που είναι απόρροια λογισμού, είναι φυσικό να συγκρατούν την αχαλίνωτη επιθυμία των πολλών. Και ακριβώς, επειδή στην τέλεια αυτή πόλη γίνεται δεκτό ομόφωνα ποιος κυβερνά και ποιος κυβερνιέται, γι’ αυτό το λόγο αυτός ο κοινωνικός σχηματισμός είναι σώφρων. Επομένως, έχοντας αυτήν την αντίληψη και οι δύο τάξεις, χαρακτηρίζονται αμφότερες σώφρονες.
Τελευταία αρετή αυτής της ιδανικής πόλης, σύμφωνα με το μεγάλο φιλόσοφο, είναι η δικαιοσύνη, την οποία ορίζει ως την ενασχόληση του καθενός με τον δικό του τομέα. Δεν είναι δίκαιο να ασχολούνται όλοι με όλα αλλά ο καθένας να γνωρίζει τον τομέα του και να καταπιάνεται μ’ αυτόν και μόνο. Μάλιστα, την αρετή αυτήν τη τοποθετεί ως θεμέλιο λίθο, ως κάτι που επικυρώνει και δίνει ισχύ σε όλες τις προηγούμενες αρετές. Ερμηνευτές αυτού του «δικαίου» σαφώς θεωρεί τους άρχοντες της πόλης, που, όμως, το έργο τους είναι να εξασφαλίζουν να αποδίδονται «τά του Καίσαρος τω Καίσαρι»∙ και όχι το δικό μου – δικό μου, και το δικό σου πάλι δικό μου. Ωστόσο, πράγμα που συμβαίνει και σήμερα κατά κόρον, η πολυπραγμοσύνη είναι πηγή δυστυχίας και σέρνει τις πολιτείες στην καταστροφή. Δεν είναι δυνατό, επειδή κάποιος έχει καβαλήσει το καλάμι λόγω της συσσώρευσης του πλούτου ή της εξουσίας του να επιχειρήσει να ανέλθει στη φυλακική τάξη, ενώ καθόλου δεν του πρέπει. Σχεδόν κάτι τέτοιο από μια ευνομούμενη και καλώς διοικούμενη πόλη θα έπρεπε να είναι κολάσιμο ως κακούργημα. Άρα, η δικαιοσύνη είναι η αρχή και το τέλος όλων των άλλων αρετών, μια και η εύρυθμη λειτουργία των υπολοίπων, της σοφίας, της ανδρείας και της σωφροσύνης εξασφαλίζουν αυτήν και εξασφαλίζονται μέσω αυτής.

Προεξαγγελτικά ο Πλάτων ταυτίζει το είδος της δικαιοσύνης της πόλης με αυτό της δικαιοσύνης του ατόμου και θεωρεί ότι όποιες αρετές ενυπάρχουν στο άστυ, αναπόφευκτα υπάρχουν και στον πολίτη. Μάλιστα, θα έλεγε κανείς ότι πόλη και πολίτες λειτουργούν ως συγκοινωνούντα δοχεία, άμεσα και άρρηκτα αλληλοεξαρτόμενα. Δίκαιος πολίτης, δηλαδή «ο τά εαυτού πράττων» σημαίνει αυτόματα και δίκαιη πόλη και το αντίστροφο, μια και ο τόπος στη σκέψη του Πλάτωνα διαμορφώνει τους κατοίκους του και οι κάτοικοι πάλι τον τόπο. Στη Θράκη για παράδειγμα κατοικούν ανδρείοι πολίτες, γι’ αυτό και ο τόπος έχει αυτήν τη φήμη. Ἠ η Αθήνα ονομάζεται φιλομαθής, γιατί την κατοικούν φιλομαθείς πολίτες. Ή, ακόμα, η Αίγυπτος χαρακτηρίζεται φιλοχρήματη, μια και κατ’ αυτόν τον τρόπο συμπεριφέρονται οι πολίτες της. Αν λοιπόν ψυχή = πόλη, τότε πράττουμε με όλη μας την ψυχή ή η ανάλογη πράξη απαιτεί μέρος της ψυχής, μέρος της πόλης, ιδιότητά της; Βέβαια, δε γίνεται κάτι να κατευθύνεται προς μια κατεύθυνση και ταυτόχρονα το ίδιο αυτό το κάτι να γυρίζει πίσω. Αν συμβαίνει έτσι, τότε εύλογα υποθέτουμε ότι ασκούνται αντίρροπες δυνάμεις σ’ αυτό το κάτι. Γίνεται αυτό το ίδιο κάτι και να στέκεται και να κινείται ταυτόχρονα; Ή σωστό θα ήταν να πούμε ότι ο ίδιος άνθρωπος και κινείται και στέκεται; Μάλλον μέρη του κινούνται(π.χ. χέρια, κεφάλι), ενώ ο ίδιος στέκεται. Ακόμα περισσότερο, όταν περιστρέφεται η σβούρα, ναι μεν ασκείται μια φυγόκεντρη δύναμη, αλλά παράλληλα ασκείται και μια κεντρομόλος που τη σταθεροποιεί και την καρφώνει στο έδαφος. Έτσι και στην ψυχή, όταν γεννιέται η επιθυμία για κάτι, τότε ασκείται μια συγκεκριμένη δύναμη πάνω της προς αυτήν την επιθυμία, ενώ, αν είναι κάτι που την απωθεί από τη θέλησή της, τότε αναντίρρητα υπάρχει μια τελείως διαφορετική και αντίθετη δύναμη. Και ο τοξότης με ένα χέρι σταθεροποιεί το τόξο ενώ με το άλλο τραβάει τη χορδή. Παρόμοια, και στην ψυχή είναι μια δύναμη που διατάζει και μια άλλη δύναμη που διατάζεται∙ π.χ. θέλει κάποιος να δει έναν ποδοσφαιρικό αγώνα στην τηλεόραση, όμως θυμάται ότι έχει αφήσει δουλειά για την επόμενη μέρα και τελικά αναγκάζεται να την κάνει. Ό,τι εμποδίζει από την ικανοποίηση των επιθυμιών, μπορούμε να το ονομάσουμε «λογιστικό» μέρος της ψυχής, καθώς είναι προϊόν σκέψης, ενώ ακριβώς ό,τι κλονίζεται από επιθυμία και την εκπλήρωση ηδονών, μπορούμε να το ονομάσουμε «επιθυμητικόν». Πέρα όμως από αυτά, ο φιλόσοφος αναγνωρίζει ύπαρξη και στο «θυμοειδές» μέρος της ψυχής, σύμμαχο του λογιστικού. Πολλές φορές η λογική έρχεται σε αντίθεση με τις επιθυμίες του ανθρώπου. Αν για παράδειγμα, σε μια περίπτωση πολιορκίας υπάρξει λειψυδρία, τότε απαιτείται χρηστή διαχείριση του νερού, ναι μεν θα θέλει ο οποιοσδήποτε να πιει, όμως η λογική θα επιτάσσει το αντίθετο. Επικουρικά στη λογική, έρχεται η θυμοειδής ιδιότητα της ψυχής. Πώς, όταν κάποιος πιστεύοντας(λόγος) ότι έχει δίκιο για κάτι, το υπερασπίζεται με πάθος(θυμός) μέχρι τέλους, κατ’ ανάλογο τρόπο και στην πολιτεία τα όργανα της τάξης(επίκουροι) υπακούουν στους άρχοντες σαν να ήταν σκυλιά. Επομένως, το θυμοειδές μέρος της ψυχής υπακούει στο λόγο έχοντας μεγαλύτερη συγγένεια μαζί του παρά στις επιθυμίες, αν φυσικά δε διαφθαρεί από κάποιον αρνητικό παράγοντα. Αντιστοιχούν, λοιπόν, τα μέρη της ψυχής στις τάξεις της πολιτείας: επαγγελματίες = επιθυμητικόν, πολεμιστές = θυμοειδές, λογιστικόν = αρχοντες. Και όπως η πολιτεία είναι δίκαιη όταν ο καθένας πράττει το έργο του έτσι και η ψυχή είναι δίκαιη όταν το κάθε μέρος της εκτελεί αυτό για το οποίο είναι φτιαγμένο και προορισμένο.

Μια πόλη μπορεί να χαρακτηριστεί δίκαιη, όταν η κάθε τάξη σ’ αυτήν πράττει τα έργα της. Αν όχι τότε αυτός ο κοινωνικός σχηματισμός κρίνεται επικίνδυνος ακατάλληλος, δυστυχισμένος, νοσηρός. Βέβαια, θέλει αρκετή προσοχή στο σχηματισμό των τάξεων, καθώς πρέπει να τηρείται – και να εξασφαλίζεται - , σύμφωνα με τον Πλάτωνα, η φυσική σειρά. Η διασάλευση με οποιονδήποτε τρόπο αυτής της σειράς, συνεπάγεται αυτόματα και τη διάρρηξη της κοινωνικής ιεραρχίας και επομένως οδηγεί την πολιτεία στον όλεθρο. Αντίθετα η παρακολούθηση και τήρηση της φυσικής ιεραρχίας είναι που παγιώνει την κατάταξη των κοινωνικών ομάδων και τους δείχνει το έργο τους. Και όταν πράγματι η κοινωνία άρχεται από το καλύτερο κομμάτι που έχει, το οποίο συνεπικουρούν οι «ανδρείοι» και γίνεται σεβαστή η εξουσία αυτού του μέρους από τους πολλούς, τότε μπορεί να χαρακτηριστεί ευδαίμων. Κατά τον ίδιο τρόπο, αυτή η τριμερής διαίρεση της πόλης - άρχοντες, φύλακες, επίκουροι, επαγγελματίες - ισχύει ταυτόχρονα και στο άτομο. Σοφός είναι κάποιος, όταν αποφασίζει βάσει του τίνος συμφέρει τόσο σε όλη την ψυχή του, όσο και στα μέρη της ξεχωριστά∙ ανδρείος πάλι, γιατί το θυμοειδές μέρος της ψυχής του συμμαχεί, συμφωνεί και συνεπώς ελέγχεται από το λογιστικό, σώφρων, γιατί τόσο το αρχόμενο μέρος του(επιθυμητικόν) όσο και το άρχον(λογιστικόν) είναι σύμφωνα για το ποιο πρέπει να κυβερνάει και δίκαιος γιατί κάθε μέρος της ψυχής του αναλαμβάνει να πράξει τα του εαυτού του και τίποτε περισσότερο. Ένας τέτοιος άνθρωπος θα αποστρέφεται την αδικία, όπως και αν αυτή εκδηλώνεται. Σαφώς δε θα έκλεβε, σαφώς δε θα ήταν ιερόσυλος, αλλά θα ήταν φιλόπολις και ουσιαστικός φίλος προς τους φίλους, με κανέναν τρόπο δε θα ήταν επίορκος και ούτε θα ήταν μοιχός ή ασεβής προς γονείς και θεούς. Και όλα αυτά θα ήταν αποτελέσματα αυτής της δύναμης που ελέγχει και βάζει το κάθε μέρος της ψυχής του ανθρώπου στη θέση του. Δηλαδή, της δικαιοσύνης. Σαν να επρόκειτο για μια μουσική συμφωνία, όπου τα μέρη της ψυχής θα αντιστοιχούσαν σε ανάλογους σύμφωνους τόνους, και ενώ και τα τρία θα ακούγονταν καθαρά θα ήταν το σύνολο των ήχων που θα αποτελούσε το μουσικό έργο. Και σίγουρα αυτή η αρμονία θα ήταν αποτέλεσμα βαθιάς γνώσης και σοφίας που θα περνούσε σε κάθε είδος πράξης, ούτως ώστε μια τέτοια πράξη να ονομαστεί και αυτή με τη σειρά της δίκαιη.
Αντίθετα, αν τόσο στην ψυχή, υπάρχει πολυπραγμοσύνη και ένα είδος αμφισβήτησης κάποιου μέρους στο σύνολο, ώστε να εξουσιάσει για παράδειγμα το «επιθυμητικόν» του «λογιστικού», τότε αναγκασμένοι είμαστε να ονομάσουμε αυτήν την κατάσταση ταραχή, πλάνη, αδικία, ακολασία, δειλία και αμάθεια και έτσι δυσαρμονία, αδικία.
Θα μπορούσε κανείς, επίσης, να παραλληλίσει την υγεία με τη δικαιοσύνη ενώ την αρρώστια με την αδικία. Οι παραπάνω ασύμμετρες καταστάσεις κάνουν την ψυχή να νοσεί, όπως ακριβώς οι νοσηρές καταστάσεις κάνουν το σώμα να νοσεί. Άρα, όσο λόγω της φυσικής τάξης πραγμάτων το υγιές μέρος κυριαρχεί του νοσώδους, τόσο υπάρχει υγεία στο σώμα, ενώ ασθένεια υπάρχει όταν, το νοσώδες κυριαρχεί παρά τη φυσική τάξη πραγμάτων. Με λίγα λόγια, δικαιοσύνη είναι η εξασφάλιση της φυσικής τάξης πραγμάτων σχετικά με το ποιος πρέπει να άρχει και ποιος να άρχεται, ενώ αδικία είναι η αντιστράτευση στη φύση όσον αφορά τις αμοιβαίες σχέσεις εξουσίας. Έτσι ενάρετη μια ψυχή ή μια πόλη θα είναι σαφώς όμορφη(ευ - μορφή) και θα είναι σε καλή κατάσταση, ενώ θα εμπίπτει στην έννοια της κακίας, όταν θα χάνει τα χαρακτηριστικά της, θα γίνεται ά – μορφη, θα αλλοτριώνεται.
Έτσι, είναι προτιμότερο για τον άνθρωπο να πράττει δίκαια, καθώς είναι η δίκαιη πράξη αποτέλεσμα υγιούς ψυχής, άρα αρμονικής(έστω και αν ένας τέτοιος άνθρωπος λανθάνει) ενώ αντίθετα το να πράττεις άδικα και να μη φροντίζεις για την αρμονία της ψυχής(έστω εάν ένας τέτοιος άνθρωπος έχει το δαχτυλίδι του Γύγη και λανθάνει) είναι σαφώς ένδειξη αρρώστιας και ακόμα και ηλιθιότητας. Ποιος δε θέλει να είναι υγιής, ευσυνείδητος, ευμορφος; Είναι μόνο από παρανόηση και νοητικό σφάλμα, αν όχι υστέρηση, η σύμπλευση και η συναίνεση με το κακό. Και, είναι μόνο ένας δρόμος που οδηγεί στην αρετή ενώ πολλοί που οδηγούν στην κακία. Η βλακεία πάντα και παντού εκφράζεται πολλαπλώς αλλά «ουδείς εκών κακός»∙ κανένας με τη θέλησή του δε δυστυχεί τελικά. Έτσι, αν σε μια πολιτεία, υπάρχουν συνειδητοί πολίτες, τότε αυτή κρίνεται δίκαιη, ευτυχισμένη. Αν πάλι, υπάρχουν ασυνείδητοι πολίτες, τότε αυτή κρίνεται άδικη, δυστυχισμένη.

Δεν υπάρχουν σχόλια: