Τρίτη, 10 Ιουλίου 2007

ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ, ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ

[34] Σ' αυτόν το χειμώνα οι Αθηναίοι κατά το πατροπαράδοτο έθιμο με δημόσια δαπάνη έθαψαν αυτούς που πέθαναν πρώτοι σε τούτο τον πόλεμο με έναν τέτοιο περίπου τρόπο. Για τρεις μέρες και μέσα σε σκηνή εκτίθενται τα οστά των νεκρών και ο καθένας φέρει ως προσφορά κάτι αν θέλει για το δικό του. Και όταν γίνεται η μεταφορά, άμαξες - μία για κάθε φυλή - σέρνουν λάρνακες από κυπαρίσσι. Εκεί βρίσκονται τα οστά τοποθετημένα κατά φυλή. Παράλληλα ένα φέρετρο μεταφέρεται κενό, στρωμένο για τους αγνοούμενους, που δε βρέθηκαν κατά την ανακομιδή. Συμμετέχει στην πομπή και όποιος θέλει και από τους αστούς και από τους ξένους και παραβρίσκονται και γυναίκες, συγγενείς των νεκρών, πάνω στον τάφο μοιρολογώντας. Τους αποθέτουν λοιπόν στο δημόσιο κοιμητήριο, που βρίσκεται στο ωραιότερο προάστιο της πόλης και πάντα εκεί θάβουν τους νεκρούς από τους πολέμους εκτός βέβαια από αυτούς στο Μαραθώνα. Εκείνων επειδή έκριναν ξεχωριστή την ανδρεία τους, αυτού και έκαναν τον τάφο. Άμα λοιπόν τους σκεπάσουν με χώμα, ένας άνδρας διαλεγμένος από την πολιτεία, ο οποιός τυχόν φαίνεται ότι είναι συνετός και υπερέχει σε αξιοσύνη, λέγει για αυτούς τον έπαινο που ταιριάζει. Και έπειτα από αυτό, λοιπόν, φεύγουν. Έτσι λοιπόν τους θάβουν. Και καθόλη τη διάρκεια του πολέμου, όποτε ήταν η περίσταση, τηρούσαν το έθιμο. Γι' αυτούς εδώ λοιπόν τους πρώτους εξελέγη να μιλήσει ο Περικλής του Ξανθίππου. Και όταν πια η ώρα έφτασε, αφού ανέβηκε σε βήμα φτιαγμένο ψηλό, για να ακούγεται όσο δυνατό στο σύνολο της ομήγυρης, έλεγε τέτοια περίπου.
[35] Οι περισσότεροι από αυτούς που ήδη έχουν μιλήσει εδώ επαινούν αυτόν που προσέθεσε στο έθιμο αυτόν εδώ το λόγο, επειδή κατά τη γνώμη τους είναι καλό να εκφωνείται έπαινος προς τιμή όσων θάβονται εξαιτίας των πολέμων. Όμως εμένα μου φαίνεται ότι θα ήταν αρκετό για άνδρες που στην πράξη αποδείχθηκαν ανδρείοι με πράξεις να φανερώνονται και οι τιμές, όπως και τώρα γύρω από τον τάφο με δημοσία δαπάνη βλέπετε να έχουν προετοιμαστεί, και όχι να διακυβεύεται από έναν άντρα η αξιοπιστία της ανδρείας πολλών είτε ωραία είτε και άσχημα μιλήσει. Γιατί είναι δύσκολο να κρατήσει κανείς το μέτρο μιλώντας για πράγμα που μετά βίας και η εντύπωση της αλήθειας αποδεικνύεται. Μια και ο ακροατής που και ξέρει και κρίνει ευνοϊκά ίσως θα νόμιζε ότι αποκαλύπτονται κάπως πιο φτωχά απ' όσα και θέλει και γνωρίζει, ενώ αυτός που δεν το κατέχει το θέμα θα μπορούσε να σχηματίσει την εικόνα ότι και κάποια (από τα λόγια) είναι παρατραβηγμένα, λόγω του φθόνου, αν τυχόν ακούσει κάτι που ξεπερνάει τη δικιά του τη φύση. Καθώς μόνο τόσο είναι ανεκτοί οι έπαινοι που λέγονται για άλλους, όσο καθένας νομίζει ότι είναι ο ικανός να κάνει κάτι από όσα άκουσε. Αντίθετα, αν κάτι τους ξεπερνά, επειδή είναι φθονερά άτομα, ήδη πια δυσπιστούν. Όμως, επειδή από τους παλιούς έτσι δοκιμάστηκε ότι αυτά είναι καλά, πρέπει και σε μένα, ακολουθώντας το έθιμο να προσπαθήσω να συντύχω τη θέληση του καθενός και τη γνώμη όσο το δυνατό περισσότερο.
[36] Θα αρχίσω λοιπόν από τους προγόνους πρώτα. Γιατί δίκαιο είναι και πρέπον να τους απονέμεται αυτή η τιμή της επιμνημόνευσης. Αφού με το να κατοικούν τη χώρα οι ίδιοι πάντα με τη διαδοχή των επιγόνων μέχρι αυτό το χρονικό σημείο λόγω της ανδρείας τους μας την παρέδωσαν ελεύθερη. Έτσι και εκείνοι είναι άξιοι επαίνου και ακόμα περισσότερο οι πατέρες μας, μια και, αφού απέκτησαν όση εξουσία έχουμε, ξέχωρα από όλα όσα παρέλαβαν οι ίδιοι, με πολύ μόχθο την κληροδότησαν σε εμάς τους συγκαιρινούς. Μα τα περισσότερα αυτής οι ίδιοι εμείς εδώ οι τωρινοί που ακόμα βρισκόμαστε σε ώριμη ηλικία τα προσαυξήσαμε, και την πόλη ως προς όλα την προετοιμάσαμε και για πόλεμο και για ειρήνη ώστε να είναι απόλυτα αυτάρκης. Από αυτά εγώ τις πολεμικές επιτυχίες, με τις οποίες κατακτήθηκε κάθε ένα από αυτά, ή αν κάπως οι ίδιοι ή οι πατέρες μας αποκρούσαμε με υψηλό ηθικό εχθρό βάρβαρο ή Έλληνα επήλυδα, χωρίς να θέλω να μακρηγορήσω σε όσους γνωρίζουν, θα τα παραλείψω. Αλλά με ποιες αρχές φτάσαμε σ' αυτό το αποτέλεσμα και με ποιο πολίτευμα και από ποιους τρόπους κατορθώθηκε το σημερινό μεγαλείο, αυτά αφού δηλώσω πρώτα, θα φτάσω και στον έπαινο αυτών εδώ, μια και θεωρώ ότι καθόλου αταίριαστο δεν είναι να ειπωθούν αυτά αλλά και είναι προς το συμφέρον όλης της συνάθροισης και των πολιτών και των ξένων να τα ακούσει.
[37] Το πολίτευμα με το οποίο κοινωνούμε δε ζηλεύει τους νόμους αλλονών, καθώς περισσότερο οι ίδιοι είμαστε παράδειγμα για κάποιους παρά το ότι μιμούμαστε άλλους. Και το όνομα (του πολιτεύματος) λόγω του ότι η εξουσία δεν κατοικοεδρεύει στους λίγους αλλά στους περισσότερους έχει ονομαστεί δημοκρατία. Και ως προς τις ιδιωτικές τους διαφορές όλοι έχουν δικαίωμα στη νομιμότητα, όμως όσον αφορά την αξιοσύνη, όπως καθένας ξεχωρίζει στον τομέα του, δεν προτιμάται στα δημόσια αξιώματα λόγω σειράς παρά λόγω της ικανότητάς του. Ούτε πάλι εξαιτίας της φτώχειας, ενώ έχει να κάνει κάτι καλό στην πόλη, εμποδίζεται κανείς λόγω της ασημότητας της κοινωνικής του τάξης. Πολιτευόμαστε ως προς τα κοινά με ελευθερία και απαλλαγμένοι από την υποψία αναμεταξύ μας στις καθημερινές μας ενασχολήσεις, χωρίς να αγανακτούμε με το διπλανό μας, αν κάνει κάτι που τον ικανοποιεί, και δεν κατεβάζουμε τα μούτρα, πράγμα που δε φέρνει ζημία βέβαια, είναι όμως ενοχλητικό. Και ενώ στις διαπροσωπικές μας σχέσεις συναναστρεφόμαστε με χαρά, ως προς τη δημόσια ζωή λόγω προπαντός εσωτερικών φραγμών δεν παρανομούμε και χάρη στην ευπείθεια σ' αυτούς που κάθε φορά βρίσκονται στην εξουσία και στους νόμους, και ακόμα περισσότερο σ' αυτούς που θεσπίζονται επ' ωφελία όσων αδικούνται και σε όσους που παρόλο που είναι άγραφοι όμως επιφέρουν(αν παραβιαστούν) αναμφισβήτητα την ντροπή.
[38] Αλλά και για τη διάνοιά μας πολλές ανάπαυλες από τους κόπους δημιουργήσαμε, θεσπίζοντας αθλητικούς αγώνες και λατρευτικές θυσίες καθ΄ όλη τη διάρκεια του έτους αλλά και με τα ευπρεπισμένα μας νοικοκυριά, τα οποία, με την καθημερινή τους ικανοποίηση που προσφέρουν, διώχνουν μακριά τη θλίψη. Και εισάγονται, βέβαια, χάρη στο μέγεθος της πόλης από όλη τη γη τα πάντα, και συμβαίνει σε εμάς να γευόμαστε τα αγαθά που παράγονται εδώ με την ίδια απόλαυση που καρπωνόμαστε και τα προϊόντα άλλων ανθρώπων.
[39] Διαφέρουμε όμως και ως προς την στρατιωτική εκπαίδευση σε σχέση με τους εχθρούς μας στα εξής: την πόλη μας λοιπόν την προσφέρουμε κοινή σε όλους και σε καμιά περίπτωση δεν εμποδίζουμε ξένο διώχνοντάς τον από κάποιο μάθημα ή θέαμα, το οποίο αν δεν κρυβόταν και το έβλεπε κάποιος εχθρός θα μπορούσε να ωφεληθεί, καθώς έχουμε την πίστη μας όχι τόσο στις προετοιμασίες και στα τεχνάσματα όσο στην ευψυχία που προέρχεται από εμάς τους ίδιους στη μάχη. Αλλά και στο εκπαιδευτικό σύστημα άλλοι με επίπονη άσκηση από τότε που είναι παιδιά φτάνουν στην ανδρειοσύνη, εμείς όμως, αν και ζούμε άνετα, οδεύουμε με καθόλου μικρότερο φρόνημα σε κινδύνους το ίδιο μεγάλους. Και απόδειξη γι' αυτό είναι το εξής: γιατί ούτε οι Λακεδαιμόνιοι μόνοι τους εκστρατεύουν εναντίον μας αλλά με όλους τους συμμάχους τους, ενώ εμείς, όταν κάνουμε επίθεση στην χώρα τών όμορρων λαών εύκολα νικάμε τις περισσότερες φορές, αν και μαχόμαστε σε ξένη γη. Και ολόκληρη τη δυναμή μας κανείς ακόμα εχθρός δεν την αντιμετώπισε εξαιτίας του ότι επιμελούμαστε ταυτόχρονα και το ναυτικό και των συνεχών από εμάς τους ίδιους εκστρατειών του πεζικού εναντίον πολλών μερών. Χώρια που, αν κάπου συγκρουστούν με κάποιο δικό μας άγημα, και επικρατήσουν κάποιων από εμάς καυχώνται ότι όλους μας απωθήσανε, ενώ αν νικηθουν ότι ηττηθήκανε από όλους.
[40] Και επίσης, είμαστε εραστές του καλού, όταν αυτό συνδυάζεται με απλότητα και ταυτόχρονα είμαστε εραστές της γνώσης όταν δεν επιφέρει εκθήλυνση. Και μεταχειριζόμαστε τον πλούτο περισσότερο σαν ευκαιρία για κάποιο έργο παρά για κομπορρημοσύνη, μια και το να μην ομολογεί κανείς τη φτώχια του είναι ντροπή, αλλά πιο ντροπή να μην προσπαθεί να ξεφύγει έμπρακτα από αυτήν. Και συμβαίνει σε εμάς τους ίδιους να φροντίζουμε ταυτόχρονα και τις δικές μας δουλειές αλλά και όσα αφορούν την πόλη, και ενώ καθένας ασχολείται με διαφορετικό αντικείμενο, τούτο δε σημαίνει ότι υστερεί στη γνώση των πολιτικών θεμάτων. Γιατί μόνο εμείς αυτόν που δε συμμετέχει σ' αυτά δεν τον θεωρούμε φιλήσυχο πολίτη, αλλά άχρηστο. Και πάλι ανεξάρτητα ή φτάνουμε σε ένα συμπέρασμα ή συλλογιζόμαστε ορθά τις υποθέσεις, καθώς το διάλογο δεν τον θεωρούμε βλάβη επί του πρακτέου, αλλά το να μη διαφωτιστεί κανείς από τα πιο μπροστά προτού να φτάσει σε πράξη για όσα πρέπει να γίνουν. Άλλη μια ιδιαιτερότητα μας είναι και αυτή, να τολμούμε δηλαδή να συλλογιζόμαστε για όσα είναι να επιχειρήσουμε. Στην ίδια κατάσταση στους άλλους η αμάθεια φέρνει θράσος, ενώ αν κάτσουν και το συλλογιστούν, δειλιάζουν. Και δικαίως ψυχικά δυνατοί μπορούν να κριθούν αυτοί που και τις δυσκολίες και τα ευχάριστα τα γνωρίζουν σε βάθος και είναι που για αυτά τα ίδια δε κάνουν πίσω την ώρα του κινδύνου. Και ως προς εύνοια προς τους άλλους είμαστε αντίθετοι με τους κακούς. Γιατί όχι ευεργετούμενοι αλλά ευεργετώντας αποκτούμε φίλους. Και είναι σταθερότερος ο ευεργέτης γιατί έτσι διασώζει με καλή διάθεση τη χάρη που του χρωστά αυτός που ευεργετήθηκε. Αντίθετα αυτός που χρωστά τη χάρη είναι περισσότερο απρόθυμος, γιατί γνωρίζει ότι δε θα ευεργετήσει αλλά για να ξεχρεώσει την ευεργεσία που του έγινε. Και είμαστε οι μόνοι που ωφελούμε άφοβα κάποιον όχι με υστεροβουλία αλλά λόγω της σταθερής μας προσήλωσης στην ελευθερία.
[41] Συνοψίζοντας: λέγω ότι η πόλη μας, στο σύνολό της, είναι σχολείο της Ελλάδας. Έπειτα ο κάθε άνδρας από εμάς θα μπορούσε, μου φαίνεται, ο ίδιος σ' ένα πλήθος εκφάνσεις της ζωής και με την πιο μεγάλη ευστροφία μαζί και χάρη να προβάλλει τον εαυτό του του ανεξάρτητο. Και ότι αυτά δεν είναι λόγια του αέρα και κομπορρημοσύνη παρά η αλήθεια των έργων, η ίδια η δύναμη της πόλης, που την αποκτήσαμε έχοντας τέτοιες νοοτροπίες, το φανερώνει. Γιατί μόνη αυτή από τις τωρινές πόλεις φανερώνεται ανώτερη από τη φήμη της την ώρα της δοκιμασίας και μόνη αυτή δεν επιτρέπει στον εχθρό που εισβάλλει να αγανακτεί από ποιους κακοπαθεί, ούτε επιτρέπει πάλι στον υπήκοο να διαμαρτυρηθεί ότι τάχα από ανάξιους κυβερνιέται. Μια και έχουμε αφήσει με τρανά σημάδια και όχι βέβαια αφανέρωτη τη δυναμή μας θα θαυμαζόμαστε από τους συγκαιρινούς μας και τους μεταγενέστερους, χωρίς καθόλου να έχουμε ανάγκη ούτε από τον Όμηρο να μας επαινέσει ούτε από κάποιον που για μια στιγμή θα μας χαϊδέψει τα αφτιά με τα λόγια του κατόπιν όμως η αλήθεια θα βλάψει την εντύπωση των πράξεών μας. Αλλά όλη τη θάλασσα και τη στεριά αφού την αναγκάσαμε να γίνει πέρασμα της τόλμης μας και αφού μαζί στεριώσαμε σ' όλον τον κόσμο ενθυμήματα παντοτινά και για τις επιτυχίες μας και για τις συμφορές μας. Για μια τέτοια λοιπόν πόλη γενναία αυτοί εδώ, έχοντας την απαίτηση να μη τη στερηθούν, πολέμησαν και σκοτώθηκαν, και από όσους ξοπίσω μένουν καθένας είναι λογικό να θέλει να κοπιάζει για χάρη της.
[42] Γι' αυτό και μάκρυνα το λόγο μου σχετικά με την πόλη, επειδή ήθελα να υπογραμμίσω το γεγονός ότι δε αγωνιζόμαστε εμείς εξίσου και όμοια με αυτούς που δεν έχουν τίποτε από αυτά, ενώ ταυτόχρονα επειδή ήθελα να στεριώσω με επιχειρήματα τον έπαινο γι' αυτούς που μιλώ. Και έχω πει το μεγαλύτερο μέρος αυτού. Μια και με όσα ύμνησα την πόλη, τα λάμπρυνε η γενναιότητα τέτοιων ανδρών, και δε θα μπορούσε για πολλούς Έλληνες ο λόγος ισόρροπος με τα έργα να φανεί όπως ακριβώς γι' αυτούς εδώ. Και αποδεικνύεται κατά τη γνώμη μου ότι την παλικαριά του άνδρα - το πρώτο που τη φανερώνει και το τελευταίο που την επικυρώνει είναι το τέλος αυτών εδώ. Γιατί και για όσους στα υπόλοιπα κακούς

Δεν υπάρχουν σχόλια: