Τρίτη, 27 Μαΐου 2008

Ο ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ

Έρος δ’ ετίναξέ μοι
φρένας, ως άνεμος κατ’ όρος δρύσιν εμπέτων
ΣΑΠΦΩ

Διψάν οι κάμποι για νερά και τα βουνά για χιόνια
και τα γεράκια για πουλιά, κι’ εγώ, βλάχα μ’, για σένα.
ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Αν εν’ πικρός ο πόθος, γοιον λαλούσιν,
πώς εν’ γλυκιά τα πάθη τα δικά του;
κι αν εν’ γλυκύς, πώς εν’ σκλερή η καρδιά του;
κι αν εν’ σκλερός, πώς όλοι τον ποθούσιν;
ΚΥΠΡΙΩΤΙΚΟ ΕΡΩΤΙΚΟ

Δεν ειν’ πνοή στον ουρανό,
στη θάλασσα, φυσώντας
ούτε όσο κάνει στον ανθό
η μέλισσα περνώντας,
όμως κοντά στην κορασιά,
που μ’ έσφιξε κ’ εχάρη,
εσειότουν τ’ ολοστρόγγυλο
και λαγαρό φεγγάρι×
και ξετυλίζει ογλήγορα
κάτι που εκείθε βγαίνει,
κι’ ομπρός μου ιδού που βρέθηκε
μία φεγγαροντυμένη.
Έτρεμε το δροσάτο φως
στη θεϊκιά θωριά της,
στα μάτια της τα ολόμαυρα
και στα χρυσά μαλλιά της.
ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ, Ο ΚΡΗΤΙΚΟΣ

Χτες βράδι οι λογισμοί κόκκινοι κρίνοι,
φωτιά η καρδιά, η στιγμή πανώρια ρούσα,
με αλάφιασμα χαλκιά, μπρος στο καμίνι
σκληρή ηδονή σκληρά σφυροκοπούσα
ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, Τα Δεκατετράστιχα

Σώμα, θυμήσου όχι μόνο το πόσο αγαπήθηκες,
όχι μονάχα τα κρεββάτια όπου πλάγιασες,
αλλά κ’ εκείνες τες επιθυμίες που για σένα
γυάλιζαν μες στα μάτια φανερά,
κ’ ετρέμανε μες στην φωνή - και κάποιο
τυχαίον εμπόδιο τες ματαίωσε.
Τώρα που είναι όλα πια μέσα στο παρελθόν,
μοιάζει σχεδόν και στες επιθυμίες
εκείνες σαν να δόθηκες - πώς γυάλιζαν,
θυμήσου μες στα μάτια που σε κύτταζαν×
πώς έτρεμαν μες στην φωνή, για σε, θυμήσου, σώμα.
Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ, ΘΥΜΗΣΟΥ, ΣΩΜΑ..., ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Δροσούλα το ιλαρό το πρόσωπό της
κι εγώ ήμουν το κατάξερο ασφοδίλι.
Πώς μ’ έσεισε το ξύπνημα μιας νιότης
πώς εγελάσαν τα πικρά μου χείλη!
ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ, Ο Πόνος του Ανθρώπου και των Πραμάτων

Χείλια, φρουροί της αγάπης μου που ήταν να σβήσει
χέρια, δεσμά της νιότης μου που ήταν να φύγει
χρώμα προσώπου χαμένου κάπου στη φύση
δέντρα... πουλιά... κυνήγι...

Κορμί, μαύρο μες στο λιοπύρι σαν το σταφύλι
κορμί πλούσιο καράβι μου, πού ταξιδεύεις;
Είναι η ώρα που πνίγεται το δείλι
και κουράζομαι ψάχνοντας τα ερέβη...

(Η ζωή μας κάθε μέρα λιγοστεύει).
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ, ΡΙΜΑ, ΣΤΡΟΦΗ

Ο έρωτας
Το αρχιπέλαγος
Κι η πρώρα των αφρών του
Κι οι γλάροι των ονείρων του
Στο πιο ψηλό κατάρτι του ο ναύτης ανεμίζει
Ένα τραγούδι

Ο έρωτας
Το τραγούδι του
Κι οι ορίζοντες του ταξιδιού του
Κι η ηχώ της νοσταλγίας του
Στον πιο βρεμένο βράχο της η αρραβωνιαστικιά προσμένει
Ένα καράβι

Ο έρωτας
Το καράβι του
Κι η αμεριμνησία των μελτεμιών του
Κι ο φλόκος της ελπίδας του
Στον πιο ελαφρό κυματισμό του ένα νησί λικνίζει
Τον ερχομό.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ, ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ, ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ

Ειν’ οι γυναίκες π’ αγαπούμε σαν τα ρόδια
έρχονται και μας βρίσκουνε
τις νύχτες
όταν βρέχη
με τους μαστούς τους καταργούν τη μοναξιά μας
μεσ’ στα μαλλιά μας εισχωρούν βαθειά
και τα κοσμούνε
σα δάκρυα
σαν ακρογιάλια φωτεινά
σα ρόδια
ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ
ΥΜΝΟΣ ΔΟΞΑΣΤΙΚΟΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ Π’ ΑΓΑΠΟΥΜΕ, ΕΛΕΥΣΙΣ

Τούτη η αιθρία με το σύννεφο που πλέχει στον αέρα
Είναι γαλάζιος πλους μιας κάτασπρης φρεγάδας
Ιστάμενος ακουμπιστός στην κουπαστή κοιτάζω
Και βλέπω τα θηράματα των λογισμών μου
Δελφίνια που αναδύονται κ' εισδύουν μεσ' στο κύμα
Πεδιάδες ακρογιάλια και βουνά
Και μια ξανθή νεάνιδα που στέκει στο πλευρό μου
Μεσ' στης οποίας τα γαλήνια μάτια βλέπω
Το μέλλον της ολόκληρο και το παρόν μου.
ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ, ΤΟ ΡΗΜΑ ΑΓΝΑΝΤΕΥΩ, ΕΝΔΟΧΩΡΑ

Όλα τα σώματα που άγγιξα, που είδα, που πήρα, που ονειρεύτηκα
όλα
πυκνωμένα στο σώμα σου.
Ω, σάρκινη εσύ Διοτίμα,
Στο μεγάλο συμπόσιο των Ελλήνων.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ, Τα Ερωτικά

Έτσι κοιμάται ολόγυμνη μέσα στις άσπρες κερασιές
μια τρυφερή μου αγάπη
Ένα κορίτσι αμάραντο σα μυγδαλιάς κλωνάρι
ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ, Αμοργός

Σκισμένα τα κορίτσια σα χαρτόνι
με στίγματα από θειάφι μέσα στο κεφάλι
με χόρτο θυμωμένο μεσ’ στο στόμα
να σπάζουν το φλυτζάνι τ’ ουρανού
ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ, Σφραγίδα ή Η Όγδοη Σελήνη

Βαμμένη. Να σε φέγγει φως αρρωστημένο
Διψάς χρυσάφι. Πάρε, ψάξε, μέτρα.
Εδώ κοντά σου, χρόνια ασάλευτος να μένω
ως να μου γίνεις Μοίρα, Θάνατος και Πέτρα.
ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ, Τραβέρσο

Υδρογόνο μαύρο κουρταλεί τις πόρτες...
διακονεύει ισπανικό κερί ψωμί τορνέζια
βυζαίνοντας την οπλή του Ήλιου...
ότι τόσον ωραία η ποθητή μου
ΕΚΤΩΡ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ, Οιακισμοί του Μενεσθέα

Έλα ρομαντικά ν’ αγαπηθούμε
εγώ ο Μιμίκος νάμαι κι εσύ η Μαίρη
Έλα στης Πλάκας τις ανηφοριές να πλανηθούμε
να περάσουμε κι απ’ το σπίτι του Σεφέρη
ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ, Ο Ποιητής Μανούσος Φάσης

Η πιο δημοκρατική στιγμή
είναι του αμοιβαίου οργασμού
ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ, Αντικριστοί Καθρέφτες

Τα κόκκινα μαλλιά της ανασήκωνε
τα κόκκινα μαλλιά καθώς χυνόντανε πάνω από τη φωτιά
τα χείλη ρόδιζαν με τ’ αντιφέγγισμα της φλόγας.
ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ, Μεταίχμιο

Να νομίζουμε. Να νομίζουμε πάση θυσία. Αλλιώς
δεν μας αγάπησε κανείς.
ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ, Η Εφηβεία της Λήθης

«Ο έρωτας! Ο έρωτας κάνει τα πράγματα φωτεινά!»
λέγαμε μες στα γέλια στα γέλια μας η φιλενάδα μου κι εγώ
Στροβιλιζόταν εκείνη μαζί με τις παρτιτούρες της
Κι ανάτειλε το πρόσωπό της σαν φρούτο γυαλιστερό
Ακουμπισμένο σε πρωινό πεζούλι.
ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ-ΡΟΥΚ, Άδεια Φύση

Προσπαθώ να κάνω ανθρώπινο τον έρωτα,
όμως ο έρωτας δεν γίνεται ποτέ εντελώς ανθρώπινος.
ΝΙΚΟΣ ΦΩΚΑΣ, Δύο Φορές τ’ Όνειρο

Δυο μήνες τώρα σε λιμπίζομαι
και δεν το λέω
Μες στο μπλουτζίν λαμποκοπάς
όλο δροσιά και νιάτα
ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ, Το Κορμί και το Σαράκι

Το φιλί που μου έδωσες
μάρανε τις Μέδουσες.
Άφθορο, μου πρόσφερε
Ουρανούς, στρατόσφαιρες.
Όμως με γυρίσαν πίσω
τα σκυλιά του Παραδείσου.
ΝΑΣΟΣ ΒΑΓΕΝΑΣ, Σκοτεινές Μπαλλάντες

Έχουμε πολύ ταξιδέψει
Το σώμα σου κι εγώ
Έχουμε φανταστεί
Όσα ένα σώμα κι ένα εγώ
Μπορούν να φανταστούν.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ, Ο Θάνατος το Στρώνει

Καθώς κοιμάσαι
τα φύκια του ύπνου
προβαίνουν απ’ τα βλέφαρά σου
ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΚΑΝΑΣ, Τα Μικρά

Απόγευμα με ώχρα και φως.
Έκανε κρύο. Είχα το σώμα σου
στην τσέπη και πήγαινα σπίτι
ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΝΤΟΣ, Τα Οστά

Έφτασα από πάνω της και έσκυψα ως εκεί. Απλώνω το χέρι μου και δεν την άγγιξα. Ως τα μαλλιά της και δεν την άγγιξα. Απλώνω ένα πανί.
ΜΑΡΙΑ ΛΑΪΝΑ, Το Φαγητό

Στο ψύχος της αλήθειας
συμπληρώνεται το φως
και με το πένθος μεγαλύνεται.
Αίμα στο ρόδι και σάλιο στεγνωμένα
άγγελος θα δοξάσει ως την αφάνεια.
Χωροφύλακες και τριαντάφυλλα.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΛΙΟΝΤΑΚΗΣ, Ο Ροδώνας με τους Χωροφύλακες

Θα ’ρθω κοντά σου πάλι
σαν παιδί που το αγαπούν οι γυναίκες.

Είσαι το πλατύ ποτάμι.

Στην ερημιά σου
Να ’ρχονται το απόγευμα οι βοσκοί
Να πλένουν τη φωνή τους.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ, Η Θλίψις του Προαστίου

Ας πάψει πια εκείνο το τραγούδι, κι άλλο μην
πεις, και μη ρωτάς, που κλείδωσαν, απ’ τα ψηλά
της παραθύρια γκρέμιζε τα λόγια αλλιώς
ΤΖΕΝΗ ΜΑΣΤΟΡΑΚΗ, Μ’ Ένα Στεφάνι Φως

Τα χέρια μας μιλήσανε
μ’ όλους τους συμπλεκτικούς συνδέσμους.
Τα μάτια μας πιαστήκανε
από τα χέρια μας και τα μαλλιά μας.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΤΙΛΗΣ, Μη Καπνιστής σε Χώρα Καπνιζόντων

Τα περιπλανώμενα φιλιά μας
μπορούν να διατρέξουν τον κόσμο όλο
αλλά η αγάπη δε μπορεί να σβήσει τις αποστάσεις
που μας χωρίζουν αιώνια
τον ένα απ’ τον άλλο.
ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΟΥΛΙΟΣ, Το Αλληγορικό Σχολείο

Και στο σεντόνι ανάερη να η φτέρνα της περπάτησε
ρηχά στη στέρνα του ύπνου ίσα σηκώνοντας σταγό-
νες χώμα μαλακό ζυμάρι ονείρου
ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Ραμμένο Στόμα

Έλα ανθρώπινο κορμί πέρνα επάνω μου
θαυματουργή εικόνα πέρνα επάνω μου
κι απ’ την αρρώστια του θανάτου γιάτρεψέ με
ΓΙΑΝΝΗΣ ΥΦΑΝΤΗΣ, Μανθρασπέντα

Νεαρέ γιε του μπακάλη
λατρεμένε διαβάτη της νύχτας
για σένα αφήνει η Αφροδίτη
τα κλειδιά στην πόρτα
για σένα ξενυχτάνε οι φοιτητές
της Γεωπονικής Σχολής
ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡΟΝΑΣ, Ο Αναιδής Θρίαμβος

Ένας μεγάλος έρωτας
κρύβει μέσα του
το πένθος για τον έρωτα
ΧΑΡΗΣ ΒΛΑΒΙΑΝΟΣ, Ο Άγγελος της Ιστορίας

Κυρά της μοναξιάς, μάννα του πλήθους,
κυρά του ξεπεσμού, του χαμού μάννα,
σταμάτα του αναθέματος τους λίθους.
Κι εμπρός στον επερχόμενο χειμώνα
μέμνησο να ταΐζει στην αλάνα
το περιστέρι ο Ντιέγκο Μαραντόνα.
ΗΛΙΑΣ ΛΑΓΙΟΣ, Βιβλίο της Μαριάννας,

είδα προχθές την Ομορφιά
να μπαίνει αδιάφορη
σ’ ένα βαγόνι
ΣΤΡΑΤΗΣ ΠΑΣΧΑΛΗΣ, Κωμωδία

Δεν υπάρχουν σχόλια: