Τρίτη, 24 Ιουνίου 2008

ΤΟΥ ΠΟΡΦΥΡΗ

Μια καλογρά κοιλιοπονά να κάμει γιο Μπροσφύρη.
Την ταχινήν εγέννησε κι αργά τον εβαφτίσα
κα τ' αποξημερώματα ζητά ψωμί να φάει.
Κι ήφαε εννιά φουρνιές ψωμιά, ώστο να γείρει η μέρα.
σακκί κουκκιά κουκάλισεν ώστο να ξημερώσει.
Κι απήτις εξημέρωσεν, εβγήκε και καυκάται,
εβγήκε κι εκαυκήστηκε πως άντρες δε φοβάται,
μούδε το Γιάννη το Φουκά, μούδε το Νικηφόρο,
μουδέ τον Παρατράχηλο, που τρέμει η γης κι ο κόσμος.
Κι ο βασιλιάς, ως το 'κουσε, πολλά του βαροφάνη,
εννιά χιλιάδες ήβγαλε να πιάσουν τον Μπροσφύρη.
- Μωρέ βοσκέ, γιδοβοσκέ, δείξε μας τον Μπροσφύρη.
- Μαζώξετε τα γίδια μου, κι εγώ σας τόνε δείχνω,
μαζώξετε και τα σφαχτά, κι εγώ σας τόνε βρίσκω.
Τρεις μέρες τα μαζώνανε και μαζωμό δεν είχαν.
Σύρνει ο Μπροσφύρης μια σφυρά και ανεμαζώνουντ' όλα.
- Εγώ 'μαι κι ο γιδοβοσκός, εγώ 'μαι κι ο Μπροσφύρης!
Και δένουνε τα πόδια ντου μ' εννιά λογιώ αλυσίδες
και δένουνε τα χέρια ντου μ' εννιά λογιά καννάβια
και ράφτουνε τ' αχείλια ντου μ' εννιά λογιώ τεχρίλια
και ράφτουνε τα μάθια ντου μ' εννιά λογιώ μπρισίμια.
- Σ' όλα τα κάστρα αμέτε με, σ' όλα γυρίσετέ με,
στο κάστρο, το παλιόκαστρο μόνο να μη με πάτε,
γιατ' έχω μάνα κι αδερφή και θε να με λυπάται.
Για έναν του πεισματικό εκειά τον πρωτοπάνε.
- Δε σ' το 'πα 'γω, Μπροσφύρη μου, να μην πολυκαυκάσαι,
γιατί 'ναι κι άντρες πλια καλοί, πρέπει να τσι φοβάσαι!
Και παίρνουν τον και παν τόνε κάτω στσι κάτω κάμπους.
Κουνεί τα ποδαράκια ντου και κόβγει τσ' αλυσίδες,
σαλεύγει τα χεράκια ντου και κόβγει τα καννάβια,
σαλεύγει και τ' αχείλια ντου και κόβγει τα τεχρίλια,
σαλεύγει τα ματάκια ντου και κόβγει τα μπρισίμια.
Στο έμπα χίλιους ήκοψε, στο έβγα δυο χιλιάδες
και στο δεξιό ντου γύρισμα μουδ' έβρε, μουδ' εφήκε,
μόνο τον Παρατράχηλο σε μια βρουλιά 'ποκάτω,
και παίζει του μια παπουτσιά και παν τ' αυθιά ντου κάτω.

ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Δεν υπάρχουν σχόλια: